βίκτωρ

θα είμαι σύντομος σήμερα γιατί πολύ φλυαρώ τελευταίως και κουράζω το κοινό. χθες βράδυ λίγο πριν με πάρει  ο ύπνος πέθανε ο σύντροφος ούγκο τσάβες. λίγες ώρες νωρίτερα εσύ μου λεγες ότι έβαλες έναν ούγκο μες στο σπίτι. κτήνος ούγκο, δώδεκα μηνών. να ζήσει.

τα αποθέματα έμπνευσης στα μέρη της αρκούδας στενεύουν. κάθε πρωί που ανοίγει το παντζούρι περιμένω να δω αν -επιτέλους- έφυγε η συννεφιά αλλά το βουνό απέναντι ακόμη πνίγεται. κραιπάλη, ασύδοτη κραιπάλη, και πάλι κραιπάλη, φάννυ πάλι κραιπαλιά.

η πιπεριά η φαρμακόγλωσσα είναι όλα τα μμε μαζί. μα πόση ακόμη σπέκουλα. χαιρετίσματα σ αυτούς που ανακαλύπτουν όψιμα απαρχαιωμένα σόσιαλ μίντια αλλά τουλάχιστον προσφέρουν άφθονο γέλιο. άντε. και μέσεντζερ εύχομαι.

σε λίγο θα γίνουμε ακόμη περισσότεροι. μιλάμε έρχεται δυναστεία. χαμός.


πουλίδο

 

άκου να δεις. τώρα ξανάρχονται οι βροχές οι πρώτες που μυρίζουν κρύο. σε τρεις μέρες έκθεση. κάτω από το σπίτι έχουν γάμο.  κλαρίνα, νταούλια, όπα όπα και τέτοια. από μικρός- πάνω στο ικρίωμα- με μπέρδευε το νυφιάτικο τραγούδι που λέει «έχειν έχειν, το τσαλδάρι τρύπαν έχει» και το κάνα «έχυν έχυν» και σκεφτόμουνα ότι ο γαμπρός έχυνε μέσα σε μια απροσδιόριστη τρύπα.  άντε παντρέψου ρε.

μπορεί και να το ξέρεις αλλά εδώ στον αρκουδότοπο το αρσενικό περιστέρι το λένε γούτο. το θηλυκό παραμένει περιστέρι.

λατρευτό και αναπάντεχο παρτάκι μέσα στον αύγουστο. τραγικά έπαναλαμβανόμενο τελείωμα. υπόξινη γεύση της μπύρας σε όλο το κορμί, σκατίλα από τα τσιγάρα στο στόμα. ζεστή καλοκαιρινή αγκαλιά. όλα καλά

το πουλί, ο (ν)ίκαρος, επέζησε από την τετραήμερη αφαγία των διακοπών. σκέφτομαι να τ ανοίξω το κλουβί μια μέρα. αλλά φοβάμαι μην τον φάει κανένας γούτος.

μακρυά από σκατόψυχους συναδέλφους κι από χαζή γυναίκα. μακρυά λέμε.

υγ. τσουλήθρα στις τελευταίες σταγόνες του πρώτου χρόνου.  με σβησμένες μηχανές από ένστικτο. φόρεσες την άλλη μάσκα και ντου, όχι, ναι, να παλέψεις. καθημερινές ακροβασίες σε απάτητα για χρόνια σκαλοπάτια. αχρείαστο υλικό.

 


φύσα

τώρα που τα λέμε έτσι πρόχειρα να θυμηθώ την αγία φτέρνα του λάζου, σοφού γυρατζή πνεύμα, να μπλέκεται μες τις βαθιές χαράδρες και τα σκλήρά βουνά που φτιάχνει το  γύρο κάπου στην κασσάνδρου και πέφτει μέσα κάθε τόσο από μια σταγονίτσα ιδρώτα, έτσι για να αλμυρίσει λίγο ακόμα.

ρε συ, το χετε διαλύσει το μαγαζί εκεί μέσα. μπαινοβγαίνετε από τα μπαλκόνια στα γραφεία, τεμπέληδες δημόσιοι υπάλληλοι κοιτάνε τα ντουβάρια, εσύ κυνηγάς τον καστανίδη και τον βενιζέλο, οι άλλες περνάν στο γραφείο για καφέ και ένας παντελώς άγνωστος μπαρμπουτιέρης μοστράρει σε ασπρόμαυρη φωτοτυπία -κομμένη α4. ήμαρτον ρε

να σου πω ότι το καλοκαίρι φέτος ήταν ξεζουμισμένο και εκβιαστικό γιατί ενώ η φρίκη του χειμώνα το έκανε να μοιάζει με αφορμή για σοβαρή εκτόνωση, αυτό πήγε και πνίγηκε στο αλκοόλ, κάτι ματζούνια θυμιατά στο ίδιο έργο θεατές, εκλογές και σταρ σύστεμ επαρχίας. ντροπή ντροπή.

πάλι καλά που τρέχεις σε κάνα λαιβ του θανάση και θυμάσαι πως είναι να μαλώνεις με ουσία και να καις τα μουστάκια σου με τον αναπτήρα και μετά να μυρίζεις σαν το κοτόπουλο που καψάλιζε η μάνα μου.

εδώ, στον τόπο αυτό, κλείσαμε χρόνο. παναγία. μέσα

στο σπίτι του φίλου μου του Β. ήρθε και έκατσε ένα ξωτικό απ τα εξάρχεια για κανα μήνα περίπου. τάχα πονούσε η μέση του και δεν έφευγε αλλά με πονηριά σου λέω ότι μια χαρά ξεκαλοκαίριασε. λίγο όλη μέρα οι πατούσες στο ταβάνι και δώστου πάτα πάτα, δε λέω και γω ρούπι δε θα κούναγα.

μια και το φερε η κουβέντα με το ρούπι, την ρούπα και τον μαζιώτη, ρε συ αυτό το μικρό τι του λένε τώρα?


σειρήνες

ιστορίες: ζεστό πρωτομαγιάτικο απόγευμα σε ημιιδιωτικό σκοπευτήριο δύο μεθυσμένοι, ένας πολύ μεθυσμένος και μια κοπέλα πιάνουν τον μάη. ζυγούρι στα κάρβουνα ντομάτα, φέτα και ψωμί. ένα άδειο μπουκάλι σίβας, κρασί και ζεστές μπύρες στο τραπέζι. παλικάρια με τα όλα τους και πάρε μεγάλε και βάλε να πιεις και φάε και μπαμ μπουμ με εννιάρι μέχρι που σκάει το απόστημα. «γεια σου ρε γιώργο παπαδόπουλε», νοσταλγοί και χρυσαυγίτες. η κοπελίτσα μούγκα. οι φασίστες πυροβολούσαν μεθυσμένοι βαρέλια, λάστιχα, το χώμα, τον ουρανό. ο πλεόν πίτας στα ξυδια, θεσσαλικό παπάρι που φαντασιώνεται πως είναι κρητικός, επιμένει να μιλήσει στον πατέρα της κρητικιάς κοπέλας και να του πει χρόνια πολλά- ο φασίστας την πρωτομαγιά!  γεια σου και χρόνια πολλά και μπαμ μπαμ μπαμ δίπλα στ ακουστικό. «δεν σου είπε τίποτα για τις πιστολιές» την ρωτάνε αργότερα. ΝΑ ΤΑ ΓΥΡΙΣΕΤΕ ΣΤΟΥΣ ΧΡΥΣΑΥΓΙΤΕΣ απάντησε με χαμόγελο.

η γειτόνισσα θυμιατίζει το σπίτι της γαμώ

νοσοκομειακός ορθοπεδικός που βλέπει τριαντάρες ωραίες γκόμενες και αφηνιάζει σε σημείο να γράφει στ αρχίδια του εξετάσεις και συναφή και να μιλά για αγάλματα της ελληνιστικής εποχής και τα πήραν οι τούρκοι χτύπησε στο σημείο: «είναι τραυματισμός όσων διανύουν την τέταρτη δεκαετία της ζωής τους» . ξανά γαμώ

μπακογιάννη τραπ τρουπ τα παπούτσια, ουχ ουχ ανάσες καμμένος. ωραίο, ατμοσφαιρικό, πετσοκομμένο. το συγκρότημα. γαμώ.

Αθήνα-Ψηφίζω. αν καταλάβεις εσύ μεγάλε μαλάκα τι φοβερό και τρομερό λογοπαίγνιο σκαρφίστηκες τότε με λένε Αντιγόνη Ψόφα και κατεβαίνω και ΄γω βουλευτής

ψήφο στους αφρικανούς.


mamakouva

τώρα που στα λέω όλα αυτά έχω αγανακτήσει γιατί η αμυγδαλιά που έχω στο λάρυγγά μυρίστηκε υποψία άνοιξης και φούντωσε ως το αυτί και το μάτι. αρρώστια. κρίμα γιατί όμορφη μέρα με ιδρώτες, μύδια και λίγη τεκίλα κλείνει με πόνο. σκέτο. σήμερα βγήκαν στους δρόμους της πόλης αρκετοί αλλά, επιμένω, όχι πολλοί.

ακόμη κι έτσι όμως στα πρόσωπα που έβγαλαν τις πατούσες στον δρόμο έβλεπες την φρίκη του πολεμάω το κορμί μου. καλή αναμέτρηση.

γκεστ σταρ  χωρίς δεύτερη σκέψη ο πλανόδιος γητευτής άμοιρων γκομενών.

κι εκεί ανάμεσα στις φουντωμένες νιότες που γέρνουν με μανία στο μετά, σφίξε τα κορδόνια γιατί η μπάντα θ αρχίσει να παίζει.. (δις)

πόσοι μαλάκες θα ξαναψηφίσουν πασοκ και νδ;

γράψτε καμιά αλήθεια ρεεεε

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

`

 

 

 

 

 

 

 


τυράνια

καλός φίλος που αποφάσισε να ακολουθήσει έτερο καλό φίλο σε πρωινό φυτίλιασμα μου έλεγε ότι πήγε σε σούπερ μάρκετ για να πάρει μπύρες στις έντεκα το πρωί και κόλλησε στους καθρέφτες των ψυγείων. «δεν ήξερα το σούπερ και ψάχνοντας στα ράφια νόμιζα ότι ότι κάποιοι ήταν από πίσω και με κοιτούσαν» έλεγε ο άνθρωπος που δεν μπορεί να αναγνωρίσει ούτε τον ίδιο του τον εαυτό.

πήγα στην μικρή πόλη των γιαχωβάδων του χώρου για μια εκδήλωση αυτοεπιβεβαιούμενης μιζερίας για το χάλι του Τύπου. τυπικά πράγματα δηλαδή. ο εισαγγελέας φλωρίδης, οι καυτές αναρχανάσες ζυγώνουν τους τριχωτούς καπιταλιστικούς σβέρκους, αφεντικά, εκδότες αυτοδιαχειριζόμενες εφημερίδες. δόξα και τιμή στους λεβέντες φωτογράφους.

ανακάλυψη του διημέρου: συγγενής, όχι και τόσο μακρινός γράφει! είναι εδώ

επειδή δεν έχω καμιά αλήθεια να γράψω να κατασκευάσω δυο τρεις να έρθω στα ίσια μου;

πως το είπες το άλλο; Θέλεις καύσωνα; Μέχρι και πενήντα βαθμούς αντέχω. Χειμώνα ψόφα επιτέλους φέτος.


καταστροφές

παίρνω στα χέρια τον παγοκόφτη και με την χάρη της σάρον στόουν πάω να διαλύσω την εγκεφαλική παράλυση. Λίγες ώρες νωρίτερα συνάντησα τον  Σ.,  παλιό φίλο του Big John. Κάποτε είχε μαγαζί με ηλεκτρικές συσκευές, έπεσε έξω και κάποια στιγμή μπήκε φυλακή  για χρέη. προς τρίτους, τέταρτους, δημόσιο κλπ. Όταν βγήκε, μετά από μια τριετία, έκανε άλλα τόσα χρόνια να βγει από το σπίτι. και μετά έγινε σχεδόν Άγιος. τώρα που τα λέμε, και άσπρα κομματάκια παγωμένου νερού πετάγονται δεξιά και αριστερά και μετά γίνονται δροσερές ατασθαλιές, τριγυρνάει από καφενείο σε καφενείο με την κοιλούμπα να κοντευει να εκραγεί και σχεδόν κάθε μέρα έρχεται να πει ένα γεια και να διαφημίσει την καινούρια του πατέντα. ( ο τύπος έχει μυαλό πάντως, αλλά γκαντεμιά+βλακεία=καταστροφή). Κατασκεύασε το ψυγείο που βλέπεις. οκ. έβαλε πράσα, μισά σαλάμια, ανοιχτές κονσέρβες και κόλλησε τις ετικέτες από την ρετσίνα και την κοκακόλα να περιστρέφονται συντροφιά με το γουργουρητό της  μηχανής.

υγ. forza papadimos. riots are over

υγ1. η σεξουαλικότητα δεν είναι η μόνη αυθεντικότητα. με χειμωνιάτικη εσάνς . σέξι μήνες καλοκαίρι

υγ2. μετακομίσεις στα ζεστά του κέντρου. με ελικόπτερα απόβαση στην despair.ε;

υγ3. φύσα να ξεθολώσει ρε πούστη